Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

be worried


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο worried παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: be
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: worried, worry

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
worried adj(anxious)ανήσυχος επίθ
 The worried mother called the police to report her son missing.
 Η ανήσυχη μητέρα τηλεφώνησε στην αστυνομία για να καταγγείλει την εξαφάνιση του γιου της.
be worried about [sth/sb] v expr(be anxious about)ανησυχώ για κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι ανήσυχος για κτ έκφρ
 (πιο έντονο)αγχώνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι αγχωμένος για κτ έκφρ
 I was worried about my exam results, but I did well.
be worried by [sth] v expr(find [sth] cause for concern)κτ με ανησυχεί έκφρ
  ανησυχώ για κτ ρ αμ + πρόθ
 Andrea was worried by her father's memory slips.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
worry vi(feel uneasy)ανησυχώ ρ αμ
 I know he is eighteen, but I still worry when he goes out alone.
 We are safe, so please don't worry.
 Ξέρω ότι είναι δεκαοχτώ, αλλά ακόμα ανησυχώ όταν βγαίνει μόνος του. // Είμαστε ασφαλής, μην ανησυχείς σε παρακαλώ.
worry about [sth/sb] vi + prep(be concerned or anxious about)ανησυχώ για κτ/κπ ρ μ + πρόθ
 We're worried about your performance.
 I am worrying about increased unemployment in the country.
 Ανησυχούμε για την απόδοση σου. // Ανησυχώ για την αύξηση της ανεργίας στη χώρα.
worry [sb] vtr(trouble, bother)ανησυχώ ρ μ
 I don't want to worry you, but he is failing the class.
 Δεν θέλω να σε ανησυχήσω, αλλά δεν θα περάσει το μάθημα.
worry nuncountable (anxiety)άγχος ουσ ουδ
 Too much worry will cause stomach problems.
 Το υπερβολικό άγχος προκαλεί στομαχικά προβλήματα.
worry n(concern, preoccupation)έννοια, έγνοια ουσ θηλ
 That is not my worry.
 I have a lot of worries.
 Αυτό δεν είναι δικιά μου έννοια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
worry at [sth] vi + prep(fiddle with [sth])παίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
 Jemma's hands worried at the beads of her necklace.
worry [sb],
worry [sb] with [sth]
vtr
UK (harass) (κάποιον με κάτι)ενοχλώ ρ μ
 (πιο σοβαρό)παρενοχλώ ρ μ
 (καθομιλουμένη: κπ με κτ)πρήζω ρ μ
 I have told him to leave me alone, but he is still worrying me with phone calls.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
worried | worry
ΑγγλικάΕλληνικά
worried sick about [sth] adjinformal (extremely anxious about [sb] or [sth])που έχει τρελαθεί από την αγωνία του περίφρ
 Where have you been? You're two hours late - I've been worried sick!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'be worried' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση be worried στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «be worried».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!